2.6. Άξονας Πολιτικής Προστασίας

Η Περιφέρεια ως θεσμικός παράγοντας που καθορίζει την πολιτική προστασίας θα πρέπει να έχει ξεχωριστό προϋπολογισμό στο αντικείμενο αυτό, ώστε να μη χρειάζεται να παρεμβαίνει εκτάκτως και σποραδικά. Είναι απαραίτητη η συνεχής συνεργασία και διαβούλευση με το σύνολο των Δημοτικών Αρχών της Περιφέρειας, το Δασαρχείο, την Πυροσβεστική, την ΕΜΑΚ και την Αστυνομία, εξασφαλίζοντας ενιαία στρατηγική και δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στους  τομείς της άσκησης κοινωνικής πολιτικής και της εξυπηρέτησης των πολιτών.

Η πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση των ακραίων φαινομένων που εμφανίζονται εξ αιτίας της κλιματικής κρίσης είναι αποτυχημένη γιατί στηρίζεται σε εκ των υστέρων επεμβάσεις. Η προτεραιότητα στην εκκένωση των σπιτιών και την εγκατάλειψη των οικισμών είναι πρακτικές αντίθετες με την βασική προϋπόθεση της Πράσινης Ανάπτυξης, που είναι η Προσαρμογή στις Συνθήκες της Κλιματικής Κρίσης, με την πολιτική πρόληψης και σχεδιασμού μέτρων και έργων για την αντιμετώπιση των ακραίων φαινομένων και την αποφυγή των φυσικών καταστροφών σε πρώτη προτεραιότητα.

Η πολιτική που ακολουθείται είναι εκτός πνεύματος Πράσινης Ανάπτυξης γιατί δεν δείχνει καμία μέριμνα για την προστασία και την αποφυγή φυσικών καταστροφών στα ευαίσθητα οικοσυστήματα της υπαίθρου, δασών και δασικών εκτάσεων, που γίνονται παρανάλωμα του πυρός και καταστρέφονται.

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα, το περσινό καλοκαίρι, κάηκαν 1,5 και εφέτος 1,4 εκ. στρέμματα περίπου δασικής γης, πολλαπλάσια σε σύγκριση με τα στρέμματα ανά συνολική έκταση που κάηκαν στις γειτονικές Μεσογειακές χώρες με τις ίδιες κλιματικές συνθήκες, όπως η Τουρκία, η Κύπρος, η Ιταλία, η Γαλλία, η Σερβία κλπ, δείχνει το μεγάλο αδιέξοδο αυτής της πολιτικής, η οποία υποτιμά την αξία των οικοσυστημάτων ως μέρος του εθνικού πλούτου και ως προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη, καθώς είναι γνωστό ότι η καταστροφή τους έχει αρνητικό πρόσημο στην προοπτική της Πράσινης Ανάπτυξης.

Η Πολιτική Προστασία προτείνουμε να αλλάξει ριζικά προσανατολισμό και πρέπει να ενσωματώσει κατά τρόπο ολοκληρωμένο την πολιτική πρόβλεψης των ακραίων φαινομένων και πρόληψης και αποφυγής των φυσικών καταστροφών, οι οποίες στην αντίληψη της Πράσινης Ανάπτυξης δεν αντιμετωπίζονται σαν θεομηνίες, αλλά σαν φαινόμενα που και προβλέψιμα είναι στο πλαίσιο της κλιματικής κρίσης και μπορούν να αποφευχθούν με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων και την εκτέλεση των κατάλληλων έργων πρόληψης και ενίσχυσης της άμυνας των οικοσυστημάτων απέναντι στα ακραία φαινόμενα και στις φυσικές καταστροφές.

Η ενίσχυση του περιφερειακού μηχανισμού, ο εξοπλισμός και η στελέχωση των δημόσιων δομών και η εκτέλεση έργων πρόληψης των φυσικών καταστροφών στην ύπαιθρο και στα ευαίσθητα οικοσυστήματα, απαιτούν μια άλλη αντίληψη για την Πολιτική Προστασία, αλλά και για το κοινωνικό κράτος, εντελώς διαφορετική από την πολιτική της εγκατάλειψης των απειλούμενων οικοσυστημάτων και της εκ των υστέρων πυροσβεστικής επέμβασης. Είναι απολύτως απαραίτητο να ενισχυθούν οι αρμοδιότητες των Περιφερειών για την πρόληψη και την κατάσβεση των πυρκαγιών για να υπάρχει άμεση ευθύνη και έλεγχος.

Δυστυχώς τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι μεγάλες καταστροφές (πυρκαγιές, πλημμύρες κλπ) θα παρουσιάζονται όλο και πιο συχνά και θα πρέπει να αναβαθμιστεί η επάρκεια της πολιτείας με επικαιροποιημένα νέα σχέδια πολιτικής προστασίας, στην κατεύθυνση της ενοποίησης της κλιματικής πολιτικής.

Η Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή θα πρέπει να επικαιροποιηθεί άμεσα και να αναβαθμιστεί με τα νέα κλιματικά δεδομένα. Το υπάρχον, από 7ετίας, νομοθετικό πλαίσιο χρήζει προσαρμογής γι΄ αυτό και απαιτούνται αντίστοιχα Περιφερειακά Σχέδια Π. Π..

Επικαιροποίηση χρειάζονται, επίσης, τα σχέδια Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας που κυρώθηκαν το 2018 και που όφειλαν να υποβληθούν στην Ε.Ε. τον 12ο / 2021, χωρίς δυστυχώς να ληφθεί η σχετική μέριμνα.

Στην Περιφέρεια Ηπείρου δεν είχαμε φυσικές καταστροφές αντίστοιχες με τις άλλες περιφέρειες (Εύβοια, Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία κλπ) είχαμε όμως την εμπειρία των μεγάλων πλημμυρών του 2010 και 2015 και οφείλουμε να επανασχεδιάσουμε την πολιτική προστασία της Περιφέρειας και να οργανώσουμε ουσιαστικά τόσο την πρόληψη όσο και την αντιμετώπιση των συνεπειών αυτών.

Δεν αρκεί μόνο να εγκρίνουμε στο περιφερειακό συμβούλιο τα κυβερνητικά σχέδια πρόληψης και αντιμετώπισης πυρκαγιών και πλημμυρών, η φροντίδα μας πρέπει να εστιάζεται στην εφαρμογή τους, η οποία απαιτεί τη στελέχωση του μηχανισμού που θα κληθεί να υπηρετήσει το σχέδιο αυτό.